συνωμοτώ

συνωμοτώ
(ε) (αόρ. συνώμοσα) αμετ.
1) вступить в заговор, составлять заговор, принимать участие в заговоре;

συνωμοτώ κατά τού καθεστώτος — участвовать в заговоре против существующего режима;

2) соблюдать конспирацию, конспирировать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "συνωμοτώ" в других словарях:

  • συνωμοτώ — συνωμοτώ, συνωμότησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συνωμοτώ — έω, Ν [συνωμότης] 1. οργανώνω και μετέχω σε συνωμοσία 2. (κατ επέκτ.) εξυφαίνω μηχανορραφίες, δολοπλοκώ μαζί με άλλους για την εκτέλεση μιας ενέργειας εναντίον ενός τρίτου …   Dictionary of Greek

  • συνωμοτώ — συνωμότησα, παίρνω μέρος σε συνωμοσία, συνενώνομαι με άλλους κρυφά εναντίον κάποιου: Οιστενοί συνεργάτες του αυτοκράτορα συνωμοτούσαν εναντίον του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εφοδεύω — (ΑΜ ἐφοδεύω) [έφοδος] επισκέπτομαι αιφνιδιαστικά τις φρουρές τη νύκτα για επιθεώρηση, είμαι αξιωματικός εφόδου, εκτελώ εφοδεία αρχ. 1. περιπολώ («ἐφώδενον... κατὰ τὰ τείχη», Ξεν.) 2. επισκέπτομαι, επιθεωρώ («ἐφοδεύειν τὰ ὅπλα καὶ τὰ τείχη», Πλούτ …   Dictionary of Greek

  • κατασυνίσταμαι — (Α) συνωμοτώ εναντίον κάποιου …   Dictionary of Greek

  • κατεγχειρώ — κατεγχειρῶ, έω (Α) 1. εξαντλώ το θέμα, πραγματεύομαι πλήρως 2. ραδιουργώ, συνωμοτώ εναντίον κάποιου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἐγ χειρ ώ «αναλαμβάνω»] …   Dictionary of Greek

  • λυσιτελώ — (Α λυσιτελῶ, έω) [λυσιτελής] αποβαίνω ωφέλιμος, παρέχω κέρδος («οὔ φημ ἂν λυσιτελεῑν σφῷν [τοῡτο]», Αριστοφ.) αρχ. 1. αποζημιώνω για δαπάνη που έγινε ή πληρώνω τα οφειλόμενα 2. (συν. ως απρόσ.) λυσιτελεῑ μοι είναι καλύτερα για μένα, μέ συμφέρει 3 …   Dictionary of Greek

  • μπαίνω — (Μ μπαίνω και μπαίννω και ἐμπαίνω και ἐμπαίννω) 1. εισέρχομαι («και μπαίνει μέσα στη σπηλιά κι αποκοιμιέται», Γρυπ.) 2. (σχετικά με όχημα) επιβιβάζομαι («μπήκαν στο βαπόρι») 3. προσλαμβάνομαι σε υπηρεσία, διορίζομαι («μπήκε στην τράπεζα») 4.… …   Dictionary of Greek

  • συμφράσσω — ΜΑ μέσ. συμφράσσομαι συνωμοτώ («συμφραξάμενοι ἅπαντες καθαιροῡσί γε αὐτὸν τῆς ἀρχῆς καὶ εἰς τὸ τῆς Λήθης ἐμβάλλουσι φρούριον», Αγαθ.) αρχ. 1. (ιδίως σχετικά με στράτευμα) συμπυκνώνω, πυκνώνω τη διάταξη 2. φράζω ολόγυρα, περικλείω («λιθοειδεῑ… …   Dictionary of Greek

  • συμφωνώ — συμφωνῶ, έω, ΝΜΑ [σύμφωνος] 1. μουσ. συνταυτίζομαι ηχητικά, εναρμονίζομαι 2. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αρμονία με κάποιον ή με κάτι («τα λόγια του δεν συμφωνούν με τα έργα του») 3. έχω ή εκφέρω την ίδια γνώμη («περὶ τούτων πάντες συμπεφωνήκασιν» …   Dictionary of Greek

  • συνδυάζω — ΝΜΑ ενώνω ανά δύο, βάζω δύο πράγματα κατά ζεύγη (α. «συνδυάζει το τερπνόν μετά τού ωφελίμου», παροιμ. φρ. β. «οἳ συνδυάζουσι πρὸς τὴν ἱππικὴν δύναμιν καὶ τὴν ὁπλιτικήν», Αριστοτ.) νεοελλ. 1. διευθετώ κατάλληλα ή κάνω κάτι αρμονικό με κάτι άλλο,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»